αναμφίβολα


αναμφίβολα

(επίρρημα- ndajfolje)

pa dyshim

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αναμφίβολα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bc%cf%86%ce%af%ce%b2%ce%bf%ce%bb%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *