ανανέωση


ανανέωση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

përtëritje
rinovim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανανέωση οι ανανεώσεις
γενική της ανανεώσεως / ανανέωσης των ανανεώσεων
αιτιατική την ανανέωση τις ανανεώσεις
κλητική ανανέωση ανανεώσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανανέωση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bd%ce%ad%cf%89%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *