ανανεώσιμος


ανανεώσιμος

(επίθετο – mbiemër)

i rinovueshëm

ενικός
ονομαστική ανανεώσιμος ανανεώσιμη ανανεώσιμο
γενική ανανεώσιμου ανανεώσιμης ανανεώσιμου
αιτιατική ανανεώσιμο ανανεώσιμη ανανεώσιμο
κλητική ανανεώσιμε ανανεώσιμη ανανεώσιμο
πληθυντικός
ονομαστική ανανεώσιμοι ανανεώσιμες ανανεώσιμα
γενική ανανεώσιμων ανανεώσιμων ανανεώσιμων
αιτιατική ανανεώσιμους ανανεώσιμες ανανεώσιμα
κλητική ανανεώσιμοι ανανεώσιμες ανανεώσιμα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανανεώσιμος":
ανανεώσιμος → wiktionary
ανανεώσιμος → wikipedia
ανανεώσιμος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ανανεώσιμος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%8e%cf%83%ce%b9%ce%bc%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανανεώσιμος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *