αναπαραγωγή


αναπαραγωγή

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

riprodhim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αναπαραγωγή οι αναπαραγωγές
γενική της αναπαραγωγής των αναπαραγωγών
αιτιατική την αναπαραγωγή τις αναπαραγωγές
κλητική αναπαραγωγή αναπαραγωγές
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αναπαραγωγή," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *