αναπαραγωγή


αναπαραγωγή

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

riprodhim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αναπαραγωγή οι αναπαραγωγές
γενική της αναπαραγωγής των αναπαραγωγών
αιτιατική την αναπαραγωγή τις αναπαραγωγές
κλητική αναπαραγωγή αναπαραγωγές

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αναπαραγωγή":
αναπαραγωγή → wiktionary
αναπαραγωγή → wikipedia
αναπαραγωγή → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αναπαραγωγή

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αναπαραγωγή," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *