αναπνοή


αναπνοή

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

frymë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αναπνοή οι αναπνοές
γενική της αναπνοής των αναπνοών
αιτιατική την αναπνοή τις αναπνοές
κλητική αναπνοή αναπνοές

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αναπνοή":
αναπνοή → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%bd%ce%bf%ce%ae
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αναπνοή," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"αναπνοή"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *