αναποδιά


αναποδιά

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

test
vështirësi
avari

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αναποδιά οι αναποδιές
γενική της αναποδιάς των αναποδιών
αιτιατική την αναποδιά τις αναποδιές
κλητική αναποδιά αναποδιές
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αναποδιά," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b4%ce%b9%ce%ac.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *