αναπτήρας


αναπτήρας

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

çakmak

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο αναπτήρας οι αναπτήρες
γενική του αναπτήρα των αναπτήρων
αιτιατική τον αναπτήρα τους αναπτήρες
κλητική αναπτήρα αναπτήρες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αναπτήρας," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b1%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *