αναπόφευκτος


αναπόφευκτος

(επίθετο – mbiemër)

i pashmangshëm

ενικός
ονομαστική αναπόφευκτος αναπόφευκτη αναπόφευκτο
γενική αναπόφευκτου αναπόφευκτης αναπόφευκτου
αιτιατική αναπόφευκτο αναπόφευκτη αναπόφευκτο
κλητική αναπόφευκτε αναπόφευκτη αναπόφευκτο
πληθυντικός
ονομαστική αναπόφευκτοι αναπόφευκτες αναπόφευκτα
γενική αναπόφευκτων αναπόφευκτων αναπόφευκτων
αιτιατική αναπόφευκτους αναπόφευκτες αναπόφευκτα
κλητική αναπόφευκτοι αναπόφευκτες αναπόφευκτα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αναπόφευκτος":
αναπόφευκτος → wiktionary
αναπόφευκτος → wikipedia
αναπόφευκτος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αναπόφευκτος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%cf%8c%cf%86%ce%b5%cf%85%ce%ba%cf%84%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αναπόφευκτος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *