αναρρίχηση


αναρρίχηση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

alpinizëm
ngjitje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αναρρίχηση οι αναρριχήσεις
γενική της αναρρίχησης / αναρριχήσεως των αναρριχήσεων
αιτιατική την αναρρίχηση τις αναρριχήσεις
κλητική αναρρίχηση αναρριχήσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αναρρίχηση":
αναρρίχηση → wiktionary
αναρρίχηση → wikipedia
αναρρίχηση → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αναρρίχηση

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%81%ce%af%cf%87%ce%b7%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αναρρίχηση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *