αναρρίχηση


αναρρίχηση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

alpinizëm
ngjitje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αναρρίχηση οι αναρριχήσεις
γενική της αναρρίχησης / αναρριχήσεως των αναρριχήσεων
αιτιατική την αναρρίχηση τις αναρριχήσεις
κλητική αναρρίχηση αναρριχήσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αναρρίχηση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%81%ce%af%cf%87%ce%b7%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *