αναστεναγμός


αναστεναγμός

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

psherëtimë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο αναστεναγμός οι αναστεναγμοί
γενική του αναστεναγμού των αναστεναγμών
αιτιατική τον αναστεναγμό τους αναστεναγμούς
κλητική αναστεναγμέ αναστεναγμοί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αναστεναγμός":
αναστεναγμός → wiktionary
αναστεναγμός → wikipedia
αναστεναγμός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αναστεναγμός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b5%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%bc%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αναστεναγμός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *