αναστολή


αναστολή

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

pezullim
ndërprerje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αναστολή οι αναστολές
γενική της αναστολής των αναστολών
αιτιατική την αναστολή τις αναστολές
κλητική αναστολή αναστολές
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αναστολή," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ae.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *