ανατολή


ανατολή

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

lindje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανατολή οι ανατολές
γενική της ανατολής των ανατολών
αιτιατική την ανατολή τις ανατολές
κλητική ανατολή ανατολές

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανατολή":
ανατολή → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ae
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανατολή," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"ανατολή"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *