ανατροφή


ανατροφή

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

edukim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανατροφή
γενική της ανατροφής
αιτιατική την ανατροφή
κλητική ανατροφή

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανατροφή":
ανατροφή → wiktionary
ανατροφή → wikipedia
ανατροφή → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ανατροφή

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%ae
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανατροφή," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *