αναψυκτικό


αναψυκτικό

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

pije freskuese

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αναψυκτικό τα αναψυκτικά
γενική του αναψυκτικού των αναψυκτικών
αιτιατική το αναψυκτικό τα αναψυκτικά
κλητική αναψυκτικό αναψυκτικά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αναψυκτικό":
αναψυκτικό → wiktionary
αναψυκτικό → wikipedia
αναψυκτικό → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αναψυκτικό

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%88%cf%85%ce%ba%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αναψυκτικό," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *