ανελκυστήρας


ανελκυστήρας

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

ashensor

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο ανελκυστήρας οι ανελκυστήρες
γενική του ανελκυστήρα των ανελκυστήρων
αιτιατική τον ανελκυστήρα τους ανελκυστήρες
κλητική ανελκυστήρα ανελκυστήρες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανελκυστήρας," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%bb%ce%ba%cf%85%cf%83%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b1%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *