ανελκυστήρας


ανελκυστήρας

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

ashensor

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο ανελκυστήρας οι ανελκυστήρες
γενική του ανελκυστήρα των ανελκυστήρων
αιτιατική τον ανελκυστήρα τους ανελκυστήρες
κλητική ανελκυστήρα ανελκυστήρες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανελκυστήρας":
ανελκυστήρας → wiktionary
ανελκυστήρας → wikipedia
ανελκυστήρας → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ανελκυστήρας

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%bb%ce%ba%cf%85%cf%83%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b1%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανελκυστήρας," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *