ανεμιστήρας


ανεμιστήρας

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

ventilator

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο ανεμιστήρας οι ανεμιστήρες
γενική του ανεμιστήρα των ανεμιστήρων
αιτιατική τον ανεμιστήρα τους ανεμιστήρες
κλητική ανεμιστήρα ανεμιστήρες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανεμιστήρας":
ανεμιστήρας → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%bc%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b1%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανεμιστήρας," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"ανεμιστήρας"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *