ανεμοβλογιά


ανεμοβλογιά

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

lia e dhenve

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανεμοβλογιά οι ανεμοβλογιές
γενική της ανεμοβλογιάς των ανεμοβλογιών
αιτιατική την ανεμοβλογιά τις ανεμοβλογιές
κλητική ανεμοβλογιά ανεμοβλογιές
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανεμοβλογιά," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%bc%ce%bf%ce%b2%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ac.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *