ανεμόμυλος


ανεμόμυλος

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

mulli me erë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο ανεμόμυλος οι ανεμόμυλοι
γενική του ανεμόμυλου των ανεμόμυλων
αιτιατική τον ανεμόμυλο τους ανεμόμυλους
κλητική ανεμόμυλε ανεμόμυλοι
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανεμόμυλος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%bc%cf%8c%ce%bc%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *