ανεμόπτερο


ανεμόπτερο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

avion pa motor
glajder

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το ανεμόπτερο τα ανεμόπτερα
γενική του ανεμοπτέρου / ανεμόπτερου των ανεμοπτέρων / ανεμόπτερων
αιτιατική το ανεμόπτερο τα ανεμόπτερα
κλητική ανεμόπτερο ανεμόπτερα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανεμόπτερο":
ανεμόπτερο → wiktionary
ανεμόπτερο → wikipedia
ανεμόπτερο → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ανεμόπτερο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%bc%cf%8c%cf%80%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανεμόπτερο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *