ανεξάρτητος


ανεξάρτητος

(επίθετο – mbiemër)

i pavarur

ενικός
ονομαστική ανεξάρτητος ανεξάρτητη ανεξάρτητο
γενική ανεξάρτητου ανεξάρτητης ανεξάρτητου
αιτιατική ανεξάρτητο ανεξάρτητη ανεξάρτητο
κλητική ανεξάρτητε ανεξάρτητη ανεξάρτητο
πληθυντικός
ονομαστική ανεξάρτητοι ανεξάρτητες ανεξάρτητα
γενική ανεξάρτητων ανεξάρτητων ανεξάρτητων
αιτιατική ανεξάρτητους ανεξάρτητες ανεξάρτητα
κλητική ανεξάρτητοι ανεξάρτητες ανεξάρτητα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανεξάρτητος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%be%ce%ac%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *