ανθοδοχείο


ανθοδοχείο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

vazo

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το ανθοδοχείο τα ανθοδοχεία
γενική του ανθοδοχείου των ανθοδοχείων
αιτιατική το ανθοδοχείο τα ανθοδοχεία
κλητική ανθοδοχείο ανθοδοχεία
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανθοδοχείο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *