ανθρακωρυχείο


ανθρακωρυχείο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.) 3

minierë qymyrguri

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το ανθρακωρυχείο τα ανθρακωρυχεία
γενική του ανθρακωρυχείου των ανθρακωρυχείων
αιτιατική το ανθρακωρυχείο τα ανθρακωρυχεία
κλητική ανθρακωρυχείο ανθρακωρυχεία
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανθρακωρυχείο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b8%cf%81%ce%b1%ce%ba%cf%89%cf%81%cf%85%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *