ανθρωπολογία


ανθρωπολογία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

antropologji

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανθρωπολογία οι ανθρωπολογίες
γενική της ανθρωπολογίας των ανθρωπολογιών
αιτιατική την ανθρωπολογία τις ανθρωπολογίες
κλητική ανθρωπολογία ανθρωπολογίες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανθρωπολογία," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b8%cf%81%cf%89%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *