ανθρωπολογία


ανθρωπολογία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

antropologji

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανθρωπολογία οι ανθρωπολογίες
γενική της ανθρωπολογίας των ανθρωπολογιών
αιτιατική την ανθρωπολογία τις ανθρωπολογίες
κλητική ανθρωπολογία ανθρωπολογίες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανθρωπολογία":
ανθρωπολογία → wiktionary
ανθρωπολογία → wikipedia
ανθρωπολογία → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ανθρωπολογία

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b8%cf%81%cf%89%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανθρωπολογία," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *