ανοικτός


ανοικτός

(επίθετο – mbiemër)

i hapur

ενικός
ονομαστική ανοικτός ανοικτή ανοικτότερος
γενική ανοικτού ανοικτής ανοικτού
αιτιατική ανοικτό ανοικτή ανοικτότερο
κλητική ανοικτέ ανοικτή ανοικτότερε
πληθυντικός
ονομαστική ανοικτοί ανοικτές ανοικτότεροι
γενική ανοικτών ανοικτών ανοικτών
αιτιατική ανοικτούς ανοικτές ανοικτότερους
κλητική ανοικτοί ανοικτές ανοικτότεροι
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανοικτός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%bf%ce%b9%ce%ba%cf%84%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *