ανορεξία


ανορεξία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

anoreksi
mungesa e oreksit

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανορεξία οι ανορεξίες
γενική της ανορεξίας των ανορεξιών
αιτιατική την ανορεξία τις ανορεξίες
κλητική ανορεξία ανορεξίες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανορεξία":
ανορεξία → wiktionary
ανορεξία → wikipedia
ανορεξία → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ανορεξία

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%be%ce%af%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανορεξία," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *