αντίγραφο


αντίγραφο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

kopje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αντίγραφο τα αντίγραφα
γενική του αντιγράφου / αντίγραφου των αντιγράφων / αντίγραφων
αιτιατική το αντίγραφο τα αντίγραφα
κλητική αντίγραφο αντίγραφα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αντίγραφο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *