αντίγραφο


αντίγραφο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

kopje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αντίγραφο τα αντίγραφα
γενική του αντιγράφου / αντίγραφου των αντιγράφων / αντίγραφων
αιτιατική το αντίγραφο τα αντίγραφα
κλητική αντίγραφο αντίγραφα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αντίγραφο":
αντίγραφο → wiktionary
αντίγραφο → wikipedia
αντίγραφο → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αντίγραφο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αντίγραφο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *