αντίδοτο


αντίδοτο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

kundërhelm
antidotë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αντίδοτο τα αντίδοτα
γενική του αντιδότου / αντίδοτου των αντιδότων / αντίδοτων
αιτιατική το αντίδοτο τα αντίδοτα
κλητική αντίδοτο αντίδοτα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αντίδοτο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%b4%ce%bf%cf%84%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *