αντίδραση


αντίδραση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

reagim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αντίδραση οι αντιδράσεις
γενική της αντίδρασης / αντιδράσεως των αντιδράσεων
αιτιατική την αντίδραση τις αντιδράσεις
κλητική αντίδραση αντιδράσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αντίδραση":
αντίδραση → wiktionary
αντίδραση → wikipedia
αντίδραση → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αντίδραση

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%b4%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αντίδραση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *