αντίθεση


αντίθεση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

kontrast
kundërshtim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αντίθεση οι αντιθέσεις
γενική της αντιθέσεως / αντίθεσης των αντιθέσεων
αιτιατική την αντίθεση τις αντιθέσεις
κλητική αντίθεση αντιθέσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αντίθεση":
αντίθεση → wiktionary
αντίθεση → wikipedia
αντίθεση → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αντίθεση

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%b8%ce%b5%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αντίθεση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *