αντίληψη


αντίληψη

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

perceptim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αντίληψη οι αντιλήψεις
γενική της αντίληψης / αντιλήψεως των αντιλήψεων
αιτιατική την αντίληψη τις αντιλήψεις
κλητική αντίληψη αντιλήψεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αντίληψη":
αντίληψη → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%bb%ce%b7%cf%88%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αντίληψη," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"αντίληψη"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *