αντίσταση


αντίσταση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

rezistencë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αντίσταση οι αντιστάσεις
γενική της αντίστασης / αντιστάσεως των αντιστάσεων
αιτιατική την αντίσταση τις αντιστάσεις
κλητική αντίσταση αντιστάσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αντίσταση":
αντίσταση → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αντίσταση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"αντίσταση"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *