αντίσταση


αντίσταση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

rezistencë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αντίσταση οι αντιστάσεις
γενική της αντίστασης / αντιστάσεως των αντιστάσεων
αιτιατική την αντίσταση τις αντιστάσεις
κλητική αντίσταση αντιστάσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αντίσταση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *