αντίτιμο


αντίτιμο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

çmim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αντίτιμο τα αντίτιμα
γενική του αντιτίμου / αντίτιμου των αντιτίμων / αντίτιμων
αιτιατική το αντίτιμο τα αντίτιμα
κλητική αντίτιμο αντίτιμα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αντίτιμο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%cf%84%ce%b9%ce%bc%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *