αντανάκλαση


αντανάκλαση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

reflektim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αντανάκλαση οι αντανακλάσεις
γενική της αντανάκλασης / αντανακλάσεως των αντανακλάσεων
αιτιατική την αντανάκλαση τις αντανακλάσεις
κλητική αντανάκλαση αντανακλάσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αντανάκλαση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%bb%ce%b1%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *