ανταπόκριση


ανταπόκριση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

korrespondencë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανταπόκριση οι ανταποκρίσεις
γενική της ανταπόκρισης / ανταποκρίσεως των ανταποκρίσεων
αιτιατική την ανταπόκριση τις ανταποκρίσεις
κλητική ανταπόκριση ανταποκρίσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανταπόκριση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%80%cf%8c%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *