Ανταρκτική


Ανταρκτική

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

(gjeog.)
Antarktiku

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η Ανταρκτική
γενική της Ανταρκτικής
αιτιατική την Ανταρκτική
κλητική Ανταρκτική

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Ανταρκτική":
Ανταρκτική → wiktionary
Ανταρκτική → wikipedia
Ανταρκτική → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/Ανταρκτική

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%ba%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Ανταρκτική," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *