αντιδραστήρας


αντιδραστήρας

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

reaktor

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο αντιδραστήρας οι αντιδραστήρες
γενική του αντιδραστήρα των αντιδραστήρων
αιτιατική τον αντιδραστήρα τους αντιδραστήρες
κλητική αντιδραστήρα αντιδραστήρες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αντιδραστήρας," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%b4%cf%81%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b1%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *