αντικείμενο


αντικείμενο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

qëllim
synim
rasë kallëzore

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αντικείμενο τα αντικείμενα
γενική του αντικειμένου των αντικειμένων
αιτιατική το αντικείμενο τα αντικείμενα
κλητική αντικείμενο αντικείμενα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αντικείμενο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b5%ce%af%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *