αντισηπτικό


αντισηπτικό

(επίθετο – mbiemër)

antiseptik

ενικός
ονομαστική αντισηπτικός αντισηπτική αντισηπτικό
γενική αντισηπτικού αντισηπτικής αντισηπτικού
αιτιατική αντισηπτικό αντισηπτική αντισηπτικό
κλητική αντισηπτικέ αντισηπτική αντισηπτικό
πληθυντικός
ονομαστική αντισηπτικοί αντισηπτικές αντισηπτικά
γενική αντισηπτικών αντισηπτικών αντισηπτικών
αιτιατική αντισηπτικούς αντισηπτικές αντισηπτικά
κλητική αντισηπτικοί αντισηπτικές αντισηπτικά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αντισηπτικό":
αντισηπτικό → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%ce%b7%cf%80%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αντισηπτικό," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"αντισηπτικό"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *