αντισυλληπτικό


αντισυλληπτικό

(επίθετο – mbiemër)

kontraceptiv

ενικός
ονομαστική αντισυλληπτικός αντισυλληπτική αντισυλληπτικό
γενική αντισυλληπτικού αντισυλληπτικής αντισυλληπτικού
αιτιατική αντισυλληπτικό αντισυλληπτική αντισυλληπτικό
κλητική αντισυλληπτικέ αντισυλληπτική αντισυλληπτικό
πληθυντικός
ονομαστική αντισυλληπτικοί αντισυλληπτικές αντισυλληπτικά
γενική αντισυλληπτικών αντισυλληπτικών αντισυλληπτικών
αιτιατική αντισυλληπτικούς αντισυλληπτικές αντισυλληπτικά
κλητική αντισυλληπτικοί αντισυλληπτικές αντισυλληπτικά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αντισυλληπτικό":
αντισυλληπτικό → wiktionary
αντισυλληπτικό → wikipedia
αντισυλληπτικό → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αντισυλληπτικό

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%b7%cf%80%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αντισυλληπτικό," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *