αντιψυκτικό


αντιψυκτικό

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

antifriz
kundra ngrirjes

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αντιψυκτικό τα αντιψυκτικά
γενική του αντιψυκτικού των αντιψυκτικών
αιτιατική το αντιψυκτικό τα αντιψυκτικά
κλητική αντιψυκτικό αντιψυκτικά
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αντιψυκτικό," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%88%cf%85%ce%ba%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *