αντλία


αντλία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

pompë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αντλία οι αντλίες
γενική της αντλίας των αντλιών
αιτιατική την αντλία τις αντλίες
κλητική αντλία αντλίες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αντλία":
αντλία → wiktionary
αντλία → wikipedia
αντλία → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αντλία

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%bb%ce%af%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αντλία," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *