ανυπομονησία


ανυπομονησία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

padurim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανυπομονησία οι ανυπομονησίες
γενική της ανυπομονησίας των ανυπομονησιών
αιτιατική την ανυπομονησία τις ανυπομονησίες
κλητική ανυπομονησία ανυπομονησίες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανυπομονησία":
ανυπομονησία → wiktionary
ανυπομονησία → wikipedia
ανυπομονησία → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ανυπομονησία

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%85%cf%80%ce%bf%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%af%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανυπομονησία," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *