ανώνυμος


ανώνυμος

(επίθετο – mbiemër)

anonim

ενικός
ονομαστική ανώνυμος ανώνυμη ανώνυμο
γενική ανώνυμου ανώνυμης ανώνυμου
αιτιατική ανώνυμο ανώνυμη ανώνυμο
κλητική ανώνυμε ανώνυμη ανώνυμο
πληθυντικός
ονομαστική ανώνυμοι ανώνυμες ανώνυμα
γενική ανώνυμων ανώνυμων ανώνυμων
αιτιατική ανώνυμους ανώνυμες ανώνυμα
κλητική ανώνυμοι ανώνυμες ανώνυμα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανώνυμος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%cf%8e%ce%bd%cf%85%ce%bc%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *