αξία


αξία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

vlerë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αξία οι αξίες
γενική της αξίας των αξιών
αιτιατική την αξία τις αξίες
κλητική αξία αξίες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αξία," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%be%ce%af%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *