αξιωματικός


αξιωματικός

(επίθετο – mbiemër)

oficer

ενικός
ονομαστική αξιωματικός αξιωματική αξιωματικό
γενική αξιωματικού αξιωματικής αξιωματικού
αιτιατική αξιωματικό αξιωματική αξιωματικό
κλητική αξιωματικέ αξιωματική αξιωματικό
πληθυντικός
ονομαστική αξιωματικοί αξιωματικές αξιωματικά
γενική αξιωματικών αξιωματικών αξιωματικών
αιτιατική αξιωματικούς αξιωματικές αξιωματικά
κλητική αξιωματικοί αξιωματικές αξιωματικά
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αξιωματικός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%be%ce%b9%cf%89%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *