αξύριστος


αξύριστος

(επίθετο – mbiemër)

i parruajtur

ενικός
ονομαστική αξύριστος αξύριστη αξύριστο
γενική αξύριστου αξύριστης αξύριστου
αιτιατική αξύριστο αξύριστη αξύριστο
κλητική αξύριστε αξύριστη αξύριστο
πληθυντικός
ονομαστική αξύριστοι αξύριστες αξύριστα
γενική αξύριστων αξύριστων αξύριστων
αιτιατική αξύριστους αξύριστες αξύριστα
κλητική αξύριστοι αξύριστες αξύριστα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αξύριστος":
αξύριστος → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%be%cf%8d%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αξύριστος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"αξύριστος"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *