απάτη


απάτη

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

mashtrim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η απάτη οι απάτες
γενική της απάτης των απατών
αιτιατική την απάτη τις απάτες
κλητική απάτη απάτες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "απάτη":
απάτη → wiktionary
απάτη → wikipedia
απάτη → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/απάτη

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%ac%cf%84%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"απάτη," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *