απήχηση


απήχηση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

jehonë
rezonancë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η απήχηση οι απηχήσεις
γενική της απήχησης απηχήσεως των απηχήσεων
αιτιατική την απήχηση τις απηχήσεις
κλητική απήχηση απηχήσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "απήχηση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%ae%cf%87%ce%b7%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *