απαγορευμένος


απαγορευμένος

(μετοχή-pjesore)

i ndaluar

ενικός
ονομαστική απαγορευμένος απαγορευμένη απαγορευμένες
γενική απαγορευμένου απαγορευμένης απαγορευμένου
αιτιατική απαγορευμένο απαγορευμένη απαγορευμένες
κλητική απαγορευμένε απαγορευμένη απαγορευμένες
πληθυντικός
ονομαστική απαγορευμένοι απαγορευμένες απαγορευμένα
γενική απαγορευμένων απαγορευμένων απαγορευμένων
αιτιατική απαγορευμένους απαγορευμένες απαγορευμένα
κλητική απαγορευμένοι απαγορευμένες απαγορευμένα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "απαγορευμένος":
απαγορευμένος → wiktionary
απαγορευμένος → wikipedia
απαγορευμένος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/απαγορευμένος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%b5%cf%85%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"απαγορευμένος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *