απαρχαιωμένος


απαρχαιωμένος

(επίθετο – mbiemër)

i vjetruar

ενικός
ονομαστική απαρχαιωμένος απαρχαιωμένη απαρχαιωμένο
γενική απαρχαιωμένου απαρχαιωμένης απαρχαιωμένου
αιτιατική απαρχαιωμένο απαρχαιωμένη απαρχαιωμένο
κλητική απαρχαιωμένε απαρχαιωμένη απαρχαιωμένο
πληθυντικός
ονομαστική απαρχαιωμένοι απαρχαιωμένες απαρχαιωμένα
γενική απαρχαιωμένων απαρχαιωμένων απαρχαιωμένων
αιτιατική απαρχαιωμένους απαρχαιωμένες απαρχαιωμένα
κλητική απαρχαιωμένοι απαρχαιωμένες απαρχαιωμένα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "απαρχαιωμένος":
απαρχαιωμένος → wiktionary
απαρχαιωμένος → wikipedia
απαρχαιωμένος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/απαρχαιωμένος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%b9%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"απαρχαιωμένος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *